Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ortsgespräch
01
τοπική κλήση, τοπική συνομιλία
Ein Telefongespräch innerhalb derselben Stadt oder Region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ortsgespräche
γενική πτώση
Ortsgespräch(e)s
Παραδείγματα
Ortsgespräche sind meist günstiger als Ferngespräche.
Οι τοπικές κλήσεις είναι συνήθως φθηνότερες από τις κλήσεις μεγάλων αποστάσεων.
LanGeek



























