das orts­ge­spräch
orts­ge­spräch
ɔʁt͡sgəʃpʁɛ:ç
ορτσγκασπρεχ

Ορισμός και σημασία του "orts­ge­spräch"στα γερμανικά

Das Orts­ge­spräch
01

τοπική κλήση, τοπική συνομιλία

Ein Telefongespräch innerhalb derselben Stadt oder Region 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ortsgespräche
γενική πτώση
Ortsgespräch(e)s
Παραδείγματα
Ortsgespräche sind meist günstiger als Ferngespräche. 

Οι τοπικές κλήσεις είναι συνήθως φθηνότερες από τις κλήσεις μεγάλων αποστάσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store