Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
optimieren
01
βελτιστοποιώ
Etwas so verbessern, dass es die bestmögliche Leistung erbringt oder Ressourcen optimal nutzt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
optimiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
optimiert
ενεστώτα μετοχή
optimierend
απλός αόριστος
optimierte
παθητική μετοχή
optimiert
Παραδείγματα
Durch Datenanalyse optimieren wir die Lagerverwaltung.
Μέσω της ανάλυσης δεδομένων, βελτιστοποιούμε τη διαχείριση αποθεμάτων.



























