der optiker
optiker
ɔptɪkɐ
awptik

Ορισμός και σημασία του "optiker"στα γερμανικά

01

οπτικός, εξειδικευμένος οπτικός

eine Fachperson, die Brillen anpasst, repariert und verkauft 
der Optiker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Optiker
αρσενικό ενικό
Optiker
θηλυκό ενικό
Optikerin
neutral form
optische Fachkraft
γενική πτώση
Optikers
Παραδείγματα
Der Optiker stellt die Brille auf die Bedürfnisse des Kunden ein. 

Ο οπτικός προσαρμόζει τα γυαλιά σύμφωνα με τις ανάγκες του πελάτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store