operieren
o
o
o
pe
rie
ˈʁi:
ri
ren
ʁən
rēn

Ορισμός και σημασία του "operieren"στα γερμανικά

operieren
01

χειρουργώ, πραγματοποιώ ιατρική παρέμβαση

Einen medizinischen Eingriff durchführen 
operieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
operiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
operiert
ενεστώτα μετοχή
operierend
απλός αόριστος
operierte
παθητική μετοχή
operiert
Παραδείγματα
Der Arzt operiert den Patienten am Herzen. 

Ο γιατρός χειρουργεί τον ασθενή στην καρδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store