operieren
Pronunciation
/opəˈʀiːʀən/

Ορισμός και σημασία του "operieren"στα γερμανικά

operieren
[past form: operierte]
01

χειρουργώ, πραγματοποιώ ιατρική παρέμβαση

Einen medizinischen Eingriff durchführen
operieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
operiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
operiert
ενεστώτα μετοχή
operierend
απλός αόριστος
operierte
παθητική μετοχή
operiert
Παραδείγματα
Wir operieren nur im Notfall.
Χειρουργούμε μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store