Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Online-kunde
01
διαδικτυακός πελάτης, πελάτης στο διαδίκτυο
Eine Person, die Produkte oder Dienste über das Internet kauft oder nutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
online-Kunden
αρσενικό ενικό
Online-Kunde
θηλυκό ενικό
online-Kundin
neutral form
Online-Kundschaft
γενική πτώση
online-Kunden
Παραδείγματα
Der Online-Kunde bestellte ein neues Handy.
Ο διαδικτυακός πελάτης παρήγγειλε ένα νέο τηλέφωνο.
LanGeek



























