die Oma
Pronunciation
/ˈoːma/

Ορισμός και σημασία του "oma"στα γερμανικά

Die Oma
[gender: feminine]
01

γιαγιά, γιαγιούλα

Die Mutter eines Elternteils in einer Familie
die Oma definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Omas
πληθυντικός τύπος
Omas
Παραδείγματα
Oma hat mir einen Pullover gestrickt.
Γιαγιά μου πλέκει ένα πουλόβερ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store