die notaufnahme
notaufnahme
no:tʔaʊ̯fna:mə
notawfnamē

Ορισμός και σημασία του "notaufnahme"στα γερμανικά

Die Notaufnahme
01

αίθουσα επειγόντων περιστατικών, τμήμα επειγόντων περιστατικών

Ein Bereich im Krankenhaus für akute medizinische Hilfe 
die Notaufnahme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Notaufnahme
πληθυντικός τύπος
Notaufnahmen
Παραδείγματα
In der Notaufnahme arbeiten viele Ärzte und Krankenschwestern. 

Στο τμήμα επειγόντων εργάζονται πολλοί γιατροί και νοσοκόμες.

Λεξικό Δέντρο

notaufnahme

not

+

aufnahme

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store