Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
niesen
[past form: nieste]
01
φταρνίζομαι
Durch die Nase und den Mund plötzlich und heftig ausatmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
niese
γ΄ ενικό πρόσωπο
niest
ενεστώτα μετοχή
niesend
απλός αόριστος
nieste
παθητική μετοχή
geniest
Παραδείγματα
Ich muss gleich niesen.
Πρέπει να φταρνιστώ αμέσως.



























