niesen
nie
ˈni:
νι
sen
sən
σαν
nietennieseln

Ορισμός και σημασία του "niesen"στα γερμανικά

niesen
01

φταρνίζομαι

Durch die Nase und den Mund plötzlich und heftig ausatmen 
niesen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
niese
γ΄ ενικό πρόσωπο
niest
ενεστώτα μετοχή
niesend
απλός αόριστος
nieste
παθητική μετοχή
geniest
Παραδείγματα
Ich niese oft, wenn ich erkältet bin. 

Φταρνίζομαι συχνά όταν έχω κρυολόγημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store