Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nicken
[past form: nickte]
01
κουνάω το κεφάλι, κάνω νεύμα με το κεφάλι
Den Kopf kurz nach unten und oben bewegen, um Zustimmung, Gruß oder Verständnis zu zeigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nicke
γ΄ ενικό πρόσωπο
nickt
ενεστώτα μετοχή
nickend
απλός αόριστος
nickte
παθητική μετοχή
genickt
Παραδείγματα
Die Kinder nickten müde, als die Geschichte zu Ende war.
Τα παιδιά κούνησαν κουρασμένα το κεφάλι όταν η ιστορία τελείωσε.



























