die nichte
nich
ˈnɪç
nich
te
fichtegeschichte

Ορισμός και σημασία του "nichte"στα γερμανικά

01

ανιψιά, κόρη του αδελφού ή της αδελφής

Die Tochter von deinem Bruder oder deiner Schwester 
die Nichte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nichten
αρσενικό ενικό
Neffe
θηλυκό ενικό
Nichte
neutral form
Geschwisterkind
γενική πτώση
Nichte
Παραδείγματα
Meine Nichte kommt heute zu Besuch. 

Η ανιψιά μου έρχεται σήμερα για επίσκεψη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store