Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nettolohn
[gender: masculine]
01
καθαρός μισθός, καθαρό εισόδημα
Der Lohn, der nach Abzug von Steuern und Sozialabgaben übrig bleibt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nettolohn(e)s
πληθυντικός τύπος
Nettolöhne
Παραδείγματα
Der Nettolohn ist oft niedriger als das Bruttoeinkommen.
Ο καθαρός μισθός είναι συχνά χαμηλότερος από το ακαθάριστο εισόδημα.
Λεξικό Δέντρο
nettolohn
netto
lohn



























