der nettolohn
ne
ˈnɛ
ne
tto
to
to
lohn
ˌlo:n
lon

Ορισμός και σημασία του "nettolohn"στα γερμανικά

01

καθαρός μισθός, καθαρό εισόδημα

Der Lohn, der nach Abzug von Steuern und Sozialabgaben übrig bleibt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nettolohn(e)s
πληθυντικός τύπος
Nettolöhne
Παραδείγματα
Der Nettolohn wird auf mein Konto überwiesen. 

Ο καθαρός μισθός μεταφέρεται στον λογαριασμό μου.

Λεξικό Δέντρο

nettolohn

netto

+

lohn

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store