der Nerv
Pronunciation
/nɛʁf/

Ορισμός και σημασία του "nerv"στα γερμανικά

01

νεύρο, νεύρο

Teil des Körpers, der Reize weiterleitet
der Nerv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nerv(e)s
πληθυντικός τύπος
Nerven
Παραδείγματα
Der Nerv im Rücken macht Probleme.
Το νεύρο στην πλάτη προκαλεί προβλήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store