der nerv
nerv
nɛʁf
nerf

Ορισμός και σημασία του "nerv"στα γερμανικά

01

νεύρο, νεύρο

Teil des Körpers, der Reize weiterleitet 
der Nerv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Nerven
γενική πτώση
Nerv(e)s
Παραδείγματα
Der Zahnarzt hat einen Nerv getroffen. 

Ο οδοντίατρος άγγιξε ένα νεύρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store