Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nation
[gender: feminine]
01
έθνος, λαός
Eine große Gruppe von Menschen, die oft dieselbe Sprache, Kultur oder Geschichte teilen und ein eigenes Land haben
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nation
πληθυντικός τύπος
Nationen
Παραδείγματα
Die Kultur einer Nation ist sehr wichtig.
Ο πολιτισμός ενός έθνους είναι πολύ σημαντικός.
Λεξικό Δέντρο
national
nation
nat



























