Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nahebringen
01
προσεγγίζω σε, αναπτύσσω ενδιαφέρον για
Jemandem etwas so erklären oder zeigen, dass er/sie Interesse oder Verständnis dafür entwickelt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nahe
βασικό ρήμα
bringen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bringe nahe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bringt nahe
ενεστώτα μετοχή
nahebringe
απλός αόριστος
brachte nahe
παθητική μετοχή
nahegebracht
Παραδείγματα
Der Dokumentarfilm brachte viele für Umweltschutz nahe.
Το ντοκιμαντέρ πλησίασε πολλούς ανθρώπους στην προστασία του περιβάλλοντος.



























