Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nahebringen
01
προσεγγίζω σε, αναπτύσσω ενδιαφέρον για
Jemandem etwas so erklären oder zeigen, dass er/sie Interesse oder Verständnis dafür entwickelt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nahe
βασικό ρήμα
bringen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bringe nahe
γ΄ ενικό πρόσωπο
bringt nahe
ενεστώτα μετοχή
nahebringe
απλός αόριστος
brachte nahe
παθητική μετοχή
nahegebracht
Παραδείγματα
Die Mutter brachte ihrem Sohn das Lesen nahe.
Η μητέρα ενέπνευσε στο γιο της το ενδιαφέρον για την ανάγνωση.



























