Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nahebringen
01
προσεγγίζω σε, αναπτύσσω ενδιαφέρον για
Jemandem etwas so erklären oder zeigen, dass er/sie Interesse oder Verständnis dafür entwickelt
Παραδείγματα
Der Dokumentarfilm brachte viele für Umweltschutz nahe.
Το ντοκιμαντέρ πλησίασε πολλούς ανθρώπους στην προστασία του περιβάλλοντος.


























