Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nahaufnahme
[gender: feminine]
01
κοντινό πλάνο, κοντινή λήψη
Ein Foto oder eine Filmaufnahme, bei der ein Objekt oder Gesicht aus nächster Nähe gezeigt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Nahaufnahme
πληθυντικός τύπος
Nahaufnahmen
Παραδείγματα
Die Nahaufnahme macht das Bild viel intensiver.
Το κοντινό πλάνο κάνει την εικόνα πολύ πιο έντονη.



























