nachschlagen
nachschlagen
na:xʃla:gən
ναχσλαγκαν

Ορισμός και σημασία του "nachschlagen"στα γερμανικά

nachschlagen
01

συμβουλεύομαι, αναζητώ

Etwas im Wörterbuch oder Nachschlagewerk suchen 
nachschlagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
nach
βασικό ρήμα
schlagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlage nach
γ΄ ενικό πρόσωπο
schlägt nach
ενεστώτα μετοχή
nachschlagend
απλός αόριστος
schlug nach
παθητική μετοχή
nachgeschlagen
Παραδείγματα
Ich schlage das Wort im Wörterbuch nach. 

Ψάχνω τη λέξη στο λεξικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nachschlagen

nach

+

schlagen

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store