Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
musizieren
01
παίζω μουσική
Aktiv Musik zu machen, sei es durch Singen oder das Spielen von Instrumenten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
musiziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
musiziert
ενεστώτα μετοχή
musizierend
απλός αόριστος
musizierte
παθητική μετοχή
musiziert
Παραδείγματα
Beim Festival musizierten viele talentierte Künstler.
Στο φεστιβάλ, πολλοί ταλαντούχοι καλλιτέχνες μουσικούσαν.



























