die multiplikation
mul
mʊl
μουλ
tip
tip
τιπ
li
li
λι
ka
ka
κα
tion
ˈt͡si̯o:n
τσιον

Ορισμός και σημασία του "multiplikation"στα γερμανικά

Die Multiplikation
01

πολλαπλασιασμός, πράξη πολλαπλασιασμού

Eine mathematische Rechenart zum Malnehmen 
die Multiplikation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Multiplikation
Παραδείγματα
In der Schule lernen wir die Multiplikation. 

Στο σχολείο, μαθαίνουμε τον πολλαπλασιασμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store