der motor
motor
mo:to:ɐ
moto

Ορισμός και σημασία του "motor"στα γερμανικά

01

κινητήρας, μοτέρ

Der Teil einer Maschine, der Energie in Bewegung umwandelt 
der Motor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Motoren
γενική πτώση
Motors
Παραδείγματα
Der Motor des Autos ist kaputt. 

Ο κινητήρας του αυτοκινήτου είναι χαλασμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

automotor
motor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store