die moral
mo
mo
mo
ral
ˈʁa:l
ral

Ορισμός και σημασία του "moral"στα γερμανικά

01

ηθική, ηθική

Ein System von Werten und Prinzipien, das richtiges und falsches Verhalten definiert 
die Moral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Moralen
γενική πτώση
Moral
Παραδείγματα
Die Moral der Geschichte lehrt uns Ehrlichkeit. 

Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας μας διδάσκει την ειλικρίνεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

moralist
moral
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store