die Moral
Pronunciation
/moˈʀaːl/

Ορισμός και σημασία του "moral"στα γερμανικά

01

ηθική, ηθική

Ein System von Werten und Prinzipien, das richtiges und falsches Verhalten definiert
die Moral definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Moral
πληθυντικός τύπος
Moralen
Παραδείγματα
Kinder lernen Moral durch Geschichten und Vorbilder.
Τα παιδιά μαθαίνουν ηθική μέσα από ιστορίες και πρότυπα.

Λεξικό Δέντρο

moralist
moral
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store