Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
modifizieren
01
τροποποιώ
Etwas verändern oder anpassen, meist kleine Änderungen vornehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
modifiziere
γ΄ ενικό πρόσωπο
modifiziert
ενεστώτα μετοχή
modifizierend
απλός αόριστος
modifizierte
παθητική μετοχή
modifiziert
Παραδείγματα
Das Gerät wurde für den neuen Zweck modifiziert.
Η συσκευή τροποποιήθηκε για τον νέο σκοπό.



























