Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Model
[gender: neuter]
01
μοντέλο, μανεκέν
Eine Person, die für Fotos posiert oder Kleidung zeigt
Παραδείγματα
Er möchte Model werden.
Θέλει να γίνει μοντέλο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μοντέλο, μανεκέν