Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mobil
01
κινητός, μεταφερόμενος
Fähig, sich zu bewegen oder beweglich zu sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am mobilsten
συγκριτικός βαθμός
mobiler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Firma bietet mobile Lösungen für die Kommunikation an.
Η εταιρεία προσφέρει κινητές λύσεις για την επικοινωνία.



























