mobil
mo
mo
mo
bil
ˈbi:l
bil

Ορισμός και σημασία του "mobil"στα γερμανικά

01

κινητός, μεταφερόμενος

Fähig, sich zu bewegen oder beweglich zu sein 
mobil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am mobilsten
συγκριτικός βαθμός
mobiler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Firma bietet mobile Lösungen für die Kommunikation an. 

Η εταιρεία προσφέρει κινητές λύσεις για την επικοινωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store