Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Mineralstoff
01
ορυκτό, ορυκτή ουσία
Ein anorganischer Nährstoff, den Lebewesen für essentielle Körperfunktionen benötigen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Mineralstoff(e)s
πληθυντικός τύπος
Mineralstoffe
Παραδείγματα
Calcium ist ein wichtiger Mineralstoff für Knochen.
Το ασβέστιο είναι ένα σημαντικό ορυκτό για τα οστά.



























