Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Mimik
[gender: feminine]
01
έκφραση του προσώπου, μίμηση
Die Bewegung der Gesichtsmuskeln zur Darstellung von Gefühlen oder Reaktionen
Παραδείγματα
In Video-Konferenzen ist die Mimik besonders wichtig.
Στις τηλεδιασκέψεις, η μιμική είναι ιδιαίτερα σημαντική.


























