Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Milieu
[gender: neuter]
01
περιβάλλον, πλαίσιο
Das soziale oder kulturelle Umfeld, in dem jemand lebt
Παραδείγματα
Im kriminellen Milieu herrschen andere Regeln.
Στο εγκληματικό περιβάλλον, ισχύουν άλλοι κανόνες.


























