das milieu
milieu
mɪljø:
milyeu

Ορισμός και σημασία του "milieu"στα γερμανικά

01

περιβάλλον, πλαίσιο

Das soziale oder kulturelle Umfeld, in dem jemand lebt 
das Milieu definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Milieus
γενική πτώση
Milieus
Παραδείγματα
Er wuchs in einem schwierigen Milieu auf. 

Μεγάλωσε σε ένα δύσκολο περιβάλλον.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store