der Migrant
Pronunciation
/miˈɡʀant/

Ορισμός και σημασία του "migrant"στα γερμανικά

01

μετανάστης, μεταναστής

Eine Person, die ihren Wohnort in ein anderes Land oder eine andere Region wechselt
der Migrant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Migranten
πληθυντικός τύπος
Migranten
Παραδείγματα
Migranten bereichern oft die Kultur eines Landes.
Οι μετανάστες συχνά εμπλουτίζουν τον πολιτισμό μιας χώρας.

Λεξικό Δέντρο

immigrant
migrant
migrate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store