Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Migrant
01
μετανάστης, μεταναστής
Eine Person, die ihren Wohnort in ein anderes Land oder eine andere Region wechselt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Migranten
πληθυντικός τύπος
Migranten
Παραδείγματα
Migranten bereichern oft die Kultur eines Landes.
Οι μετανάστες συχνά εμπλουτίζουν τον πολιτισμό μιας χώρας.
Λεξικό Δέντρο
immigrant
migrant
migrate



























