der mieter
mieter
mi:tɐ
mit
meter

Ορισμός και σημασία του "mieter"στα γερμανικά

01

ενοικιαστής, μισθωτής

Person, die eine Wohnung oder ein Haus gegen Bezahlung nutzt 
der Mieter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Mieter
αρσενικό ενικό
Mieter
θηλυκό ενικό
Mieterin
neutral form
Mietende
γενική πτώση
Mieters
Παραδείγματα
Der Mieter bezahlt die Miete jeden Monat. 

Ο ενοικιαστής πληρώνει το ενοίκιο κάθε μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store