das messer
me
ˈmɛ
με
sser
σ
besser

Ορισμός και σημασία του "messer"στα γερμανικά

01

μαχαίρι, μαχαίρι

Ein Werkzeug mit scharfer Klinge zum Schneiden 
das Messer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Messer
γενική πτώση
Messers
Παραδείγματα
Das Messer ist scharf. 

Το μαχαίρι είναι κοφτερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store