das memo
me
ˈme:
me
mo
mo
mo

Ορισμός και σημασία του "memo"στα γερμανικά

01

σημείωμα, υπόμνημα

Eine kurze schriftliche Mitteilung oder Notiz, oft im beruflichen Kontext 
das Memo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Memos
γενική πτώση
Memos
Παραδείγματα
Der Chef schickte ein Memo an alle Mitarbeiter. 

Ο προϊστάμενος έστειλε ένα memo σε όλους τους υπαλλήλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store