mehrspurig
mehrspurig
me:ɐ̯ʃpu:ʁɪk
meshpoorik

Ορισμός και σημασία του "mehrspurig"στα γερμανικά

mehrspurig
01

πολυλωρίδων, πολλαπλών λωρίδων

Eine Straße, Fahrbahn oder Verkehrsführung mit mehreren Fahrspuren 
mehrspurig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Autobahn ist durchgehend mehrspurig. 

Ο αυτοκινητόδρομος είναι πολυλωρίδιος σε όλο το μήκος του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store