das mehl
mehl
me:l
mel

Ορισμός και σημασία του "mehl"στα γερμανικά

01

αλεύρι, αλεύρι

Feines Pulver aus gemahlenem Getreide, das zum Backen und Kochen verwendet wird 
das Mehl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Mehl(e)s
Παραδείγματα
Für den Kuchen brauche ich Mehl und Zucker. 

Για το κέικ, χρειάζομαι αλεύρι και ζάχαρη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store