die maut
maut
maʊ̯t
mawt

Ορισμός και σημασία του "maut"στα γερμανικά

01

διόδια, τέλη οδικής χρήσης

Eine Gebühr, die man bezahlt, um eine Straße oder Brücke zu benutzen 
die Maut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Mauten
γενική πτώση
Maut
Παραδείγματα
Die Maut auf der Autobahn ist ziemlich teuer. 

Το διόδια στον αυτοκινητόδρομο είναι αρκετά ακριβά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store