Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Materie
[gender: feminine]
01
ύλη, ουσία
Alles, was Raum einnimmt und Masse hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Materie
Παραδείγματα
Materie macht die sichtbare Welt aus.
Η ύλη αποτελεί τον ορατό κόσμο.
02
θέμα, υπόθεση
ein bestimmtes Thema oder eine Angelegenheit, über die gesprochen oder nachgedacht wird
Παραδείγματα
Kommen wir zurück zur eigentlichen Materie.
Ας επιστρέψουμε στο κύριο θέμα.



























