das material
material
mateʁi̯a:l
material

Ορισμός και σημασία του "material"στα γερμανικά

01

υλικό

Stoffe oder Substanzen, die zur Herstellung oder Bearbeitung von etwas verwendet werden 
das Material definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Materials
πληθυντικός τύπος
Materialien
Παραδείγματα
Wir brauchen hochwertiges Material für den Bau. 

Χρειαζόμαστε υψηλής ποιότητας υλικά για την κατασκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store