das Material
Pronunciation
/materiaːl/

Ορισμός και σημασία του "material"στα γερμανικά

01

υλικό

Stoffe oder Substanzen, die zur Herstellung oder Bearbeitung von etwas verwendet werden
das Material definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Materials
πληθυντικός τύπος
Materialien
Παραδείγματα
Das wissenschaftliche Material ist im Labor verfügbar.
Το επιστημονικό υλικό είναι διαθέσιμο στο εργαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store