Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
markieren
01
σημειώνω, υποδεικνύω
Etwas deutlich zeigen oder kennzeichnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
markiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
markiert
ενεστώτα μετοχή
markierend
απλός αόριστος
markierte
παθητική μετοχή
markiert
Παραδείγματα
Bitte markiere die wichtigen Stellen im Text.
Σημειώστε τα σημαντικά σημεία στο κείμενο.



























