Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
markieren
[past form: markierte]
01
σημειώνω, υποδεικνύω
Etwas deutlich zeigen oder kennzeichnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
markiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
markiert
ενεστώτα μετοχή
markierend
απλός αόριστος
markierte
παθητική μετοχή
markiert
Παραδείγματα
Sie markiert ihre Lieblingsbücher im Regal.
Αυτή σημειώνει τα αγαπημένα της βιβλία στο ράφι.



























