Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Margarine
[gender: feminine]
01
μαργαρίνη, φυτικό βούτυρο
Ein Butterersatz aus pflanzlichen Fetten, der zum Kochen und Backen benutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Margarine
πληθυντικός τύπος
Margarinen
Παραδείγματα
Die Margarine steht im Kühlschrank.
Η μαργαρίνη είναι στο ψυγείο.



























