Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Mannschaft
01
πλήρωμα, ομάδα
Eine Gruppe von Menschen, die zusammen auf einem Schiff oder in einer Maschine arbeiten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Mannschaft
πληθυντικός τύπος
Mannschaften
Παραδείγματα
Die Mannschaft arbeitet gut zusammen.
Το πλήρωμα δουλεύει καλά μαζί.
02
ομάδα, σύνθεση
Eine Gruppe von Spielern, die zusammen in einer Sportart spielen
Παραδείγματα
Unsere Mannschaft hat das Spiel gewonnen.
Η ομάδα μας κέρδισε το παιχνίδι.



























