Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Manie
[gender: feminine]
01
μανία, εμμονή
Eine psychische Störung, die durch wiederkehrende, aufdringliche Gedanken oder zwanghafte Handlungen gekennzeichnet ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Manie
πληθυντικός τύπος
Manien
Παραδείγματα
Seine Manie, ständig die Türschlösser zu überprüfen, kostet ihn 2 Stunden täglich.
Η μανία του να ελέγχει συνεχώς τις κλειδαριές των θυρών του κοστίζει 2 ώρες καθημερινά.
02
μανιακή επίθεση, μανιακή φάση
Eine Phase der bipolaren Störung mit übersteigerter Aktivität, Euphorie oder Reizbarkeit
Παραδείγματα
Die Manie trieb sie dazu, innerhalb einer Woche drei Unternehmen zu gründen.
Η μανία την ώθησε να ιδρύσει τρεις εταιρείες σε μια εβδομάδα.



























