malen
Pronunciation
/ˈmaːlən/

Ορισμός και σημασία του "malen"στα γερμανικά

01

ζωγραφίζω, χρωματίζω

Mit Farben oder Stiften ein Bild erstellen
malen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
male
γ΄ ενικό πρόσωπο
malt
ενεστώτα μετοχή
malend
απλός αόριστος
malte
παθητική μετοχή
gemalt
Παραδείγματα
Wir malen das Haus blau.
Εμείς βάφουμε το σπίτι μπλε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store