malen
malen
ma:lɐn
maln
mailenmagenmahlen

Ορισμός και σημασία του "malen"στα γερμανικά

01

ζωγραφίζω, χρωματίζω

Mit Farben oder Stiften ein Bild erstellen 
malen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
male
γ΄ ενικό πρόσωπο
malt
ενεστώτα μετοχή
malend
απλός αόριστος
malte
παθητική μετοχή
gemalt
Παραδείγματα
Die Kinder malen ein Bild für ihre Mutter. 

Τα παιδιά ζωγραφίζουν έναν πίνακα για τη μητέρα τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store