das mal
mal
ma:l
mal

Ορισμός και σημασία του "mal"στα γερμανικά

01

φορά, περίσταση

Bezeichnet ein einzelnes Ereignis oder eine Gelegenheit 
das Mal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Mal(e)s
πληθυντικός τύπος
Male
Παραδείγματα
Ich war zum ersten Mal in Berlin. 

Ήμουν στο Βερολίνο για πρώτη φορά.

01

φορές

Wird bei mathematischen Multiplikationen verwendet 
mal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Zwei mal drei ist sechs. 

Δύο επί τρία κάνει έξι.

01

απλά, έλα

Wird benutzt, um Bitten, Fragen oder Befehle freundlicher oder lockerer zu machen 
Παραδείγματα
Hör mal zu! 

Άκου λίγο !

02

απλά, ακριβώς

Drückt Nachdruck, Ungeduld oder Selbstverständlichkeit aus 
Παραδείγματα
Das ist nun mal so. 

Έτσι είναι, mal.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store