der magen
magen
ma:gng
magng
malenmögenmanagen

Ορισμός και σημασία του "magen"στα γερμανικά

01

στομάχι, κοιλιά

Ein Organ im Körper für die Verdauung 
der Magen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Mägen/Magen
γενική πτώση
Magens
Παραδείγματα
Mein Magen tut weh. 

Πονάει το στομάχι μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store