lächeln
lächeln
lɛçln
lechln

Ορισμός και σημασία του "lächeln"στα γερμανικά

lächeln
01

χαμογελώ

Den Mund leicht öffnen, um Freundlichkeit, Freude oder Zustimmung zu zeigen 
lächeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lächle
γ΄ ενικό πρόσωπο
lächelt
ενεστώτα μετοχή
lächelnd
απλός αόριστος
lächelte
παθητική μετοχή
gelächelt
Παραδείγματα
Sie lächelt, wenn sie glücklich ist. 

Αυτή χαμογελά όταν είναι ευτυχισμένη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store