Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lächeln
01
χαμογελώ
Den Mund leicht öffnen, um Freundlichkeit, Freude oder Zustimmung zu zeigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lächle
γ΄ ενικό πρόσωπο
lächelt
ενεστώτα μετοχή
lächelnd
απλός αόριστος
lächelte
παθητική μετοχή
gelächelt
Παραδείγματα
Sie lächelt, wenn sie glücklich ist.
Αυτή χαμογελά όταν είναι ευτυχισμένη.



























