lohnenswert
Pronunciation
/ˈloːnənsˌveːɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "lohnenswert"στα γερμανικά

lohnenswert
01

αξίζει τον κόπο, αξιόλογος

Etwas, das so gut oder wichtig ist, dass sich der Aufwand oder die Zeit dafür lohnt
lohnenswert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am lohnenswertesten
συγκριτικός βαθμός
lohnenswerter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Investition in Bildung ist lohnenswert.
Η επένδυση στην εκπαίδευση είναι αξιόλογη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store