Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Logo
01
λόγκο
Ein Bild oder Zeichen, das eine Firma oder Marke kennzeichnet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Logos
πληθυντικός τύπος
Logos
Παραδείγματα
Er hat das Logo auf das T-Shirt gedruckt.
Εκτύπωσε το λόγκο στο μπλουζάκι.



























