die logik
lo
ˈlo:
lo
gik
gɪk
gik

Ορισμός και σημασία του "logik"στα γερμανικά

01

λογική, συλλογισμός

Formales System zur Analyse gültiger Schlussfolgerungen aus Prämissen, besonders in Mathematik und Philosophie 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Logiken
γενική πτώση
Logik
Παραδείγματα
Die aristotelische Logik prägte die abendländische Philosophie. 

Η λογική του Αριστοτέλη διαμόρφωσε τη δυτική φιλοσοφία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store