Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loben
[past form: lobte]
01
επαινώ
Positiv über jemanden oder etwas sprechen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lobe
γ΄ ενικό πρόσωπο
lobt
ενεστώτα μετοχή
lobend
απλός αόριστος
lobte
παθητική μετοχή
gelobt
Παραδείγματα
Man sollte Kinder oft loben.
Τα παιδιά πρέπει να επαινούνται συχνά.



























