loben
Pronunciation
/ˈloːbn̩/

Ορισμός και σημασία του "loben"στα γερμανικά

loben
[past form: lobte]
01

επαινώ

Positiv über jemanden oder etwas sprechen
loben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lobe
γ΄ ενικό πρόσωπο
lobt
ενεστώτα μετοχή
lobend
απλός αόριστος
lobte
παθητική μετοχή
gelobt
Παραδείγματα
Man sollte Kinder oft loben.
Τα παιδιά πρέπει να επαινούνται συχνά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store