loben
loben
lo:bɐn
lobn
leobenlebenlosenlaben

Ορισμός και σημασία του "loben"στα γερμανικά

01

επαινώ

Positiv über jemanden oder etwas sprechen 
loben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lobe
γ΄ ενικό πρόσωπο
lobt
ενεστώτα μετοχή
lobend
απλός αόριστος
lobte
παθητική μετοχή
gelobt
Παραδείγματα
Sie lobte das Essen sehr. 

Επαίνεσε πολύ το φαγητό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store