das lob
lob
lo:b
lob

Ορισμός και σημασία του "lob"στα γερμανικά

01

έπαινος, εκτίμηση

Eine positive Anerkennung oder Wertschätzung 
das Lob definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Lobe
γενική πτώση
Lob(e)s
Παραδείγματα
Er erhielt viel Lob für seine Arbeit. 

Έλαβε πολλούς επαίνους για τη δουλειά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store