das Lob
Pronunciation
/loːp/

Ορισμός και σημασία του "lob"στα γερμανικά

Das Lob
[gender: neuter]
01

έπαινος, εκτίμηση

Eine positive Anerkennung oder Wertschätzung
das Lob definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Lob(e)s
πληθυντικός τύπος
Lobe
Παραδείγματα
Lob stärkt das Selbstbewusstsein.
Ο έπαινος ενισχύει την αυτοπεποίθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store