Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die Literaturwissenschaft
/lˈiːteːrˌɑtʊɐvˌɪsənʃˌaft/
Die Literaturwissenschaft
01
λογοτεχνικές σπουδές, επιστήμη της λογοτεχνίας
Die wissenschaftliche Beschäftigung mit literarischen Texten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Literaturwissenschaft
Παραδείγματα
Viele Absolventen der Literaturwissenschaft arbeiten später in Verlagen, im Journalismus oder im Kulturbereich.
Λογοτεχνία είναι η επιστημονική πειθαρχία που μελετά τα λογοτεχνικά κείμενα.



























